κακοφτιαγμένος

επίθετο

Που έχει κατασκευαστεί ή δημιουργηθεί με προχειρότητα ή ατελή τρόπο, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ελαττώματα, φτωχή λειτουργικότητα ή ανεπαρκή ανθεκτικότητα.

Συνώνυμα

κακοτεχνημένος σκάρτος πρόχειρος χοντροκομμένος ερασιτεχνικός άτεχνος τσαπατσούλικος κακοσχεδιασμένος μπάζο σκατένιος κακοραμμένος άθλιος αδέξιος τραγικός ευτελής

Αντώνυμα

καλοφτιαγμένος καλοτεχνημένος καλοδουλεμένος προσεγμένος καλοσχεδιασμένος στιβαρός ανθεκτικός άρτιος επιμελημένος αξιόπιστος ποιοτικός άψογος

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό το τραπέζι είναι κακοφτιαγμένο και κουνιέται.
  • Η φούστα ήταν κακοφτιαγμένη και σχημάτιζε περίεργες πιέτες.
  • Το σχέδιο του έργου ήταν κακοφτιαγμένο και απέτυχε αμέσως.
  • Η ταινία ήταν κακοφτιαγμένη και οι ηθοποιοί δεν έσωζαν την πλοκή.
  • Το μενού της εφαρμογής είναι κακοφτιαγμένο και μπερδεύει τους χρήστες.