καημός

ουσιαστικό

1. Έντονη, βαθιά και επίμονη εσωτερική θλίψη ή πόνος της ψυχής, που προκαλεί στενοχώρια και μελαγχολία.

2. Πικρή νοσταλγία ή λαχτάρα για κάτι ή κάποιον, με συναίσθημα ανεπούλωτου κενού.

3. Πηγή ή αιτία συνεχούς στενοχώριας και ψυχικής οδύνης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καημός της απώλειας δεν έφυγε ποτέ από μέσα του.
  • Έχει καημό να ξαναδεί το παλιό του σπίτι.
  • Ο καημός για τα χαμένα χρόνια φαινόταν στα μάτια της.
  • Μικρός, ο καημός να μάθει μουσική τον ώθησε να προσπαθήσει πολύ.
  • Τον καημό της μοναξιάς τον έκρυβε πίσω από ένα χαμόγελο.