καίγομαι

ρήμα

1. Να βρίσκομαι σε κατάσταση καύσης ή φλόγας, να καταστρέφομαι από φωτιά με παραγωγή θερμότητας και καπνού.

2. Να αισθάνομαι αίσθημα καψίματος ή έντονης θερμικής ή ερεθιστικής αίσθησης σε μέρος του σώματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Βοήθεια! καίγομαι γιατί το πουλόβερ μου πήρε φωτιά.
  • καίγομαι στα μάτια από τον καπνό και δεν μπορώ να ανοίξω τα βλέφαρα.
  • καίγομαι να σε δω απόψε.
  • καίγομαι από ντροπή όταν θυμάμαι το λάθος που έκανα.
  • καίγομαι από πόνο μετά την εγχείρηση.