ικανοποιητικός

άλλο

Που ανταποκρίνεται σε ικανοποιητικό βαθμό στις απαιτήσεις, στις ανάγκες ή στις προσδοκίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόδοση της ομάδας ήταν ικανοποιητική.
  • Υπήρξε ικανοποιητικός αριθμός συμμετεχόντων στο συνέδριο.
  • Το επίπεδο γνώσεων του υποψηφίου κρίθηκε ικανοποιητικό.
  • Οι συνθήκες εργασίας είναι ικανοποιητικές σύμφωνα με την έκθεση.
  • Η κάλυψη του προϋπολογισμού ήταν ικανοποιητική για το έργο.