θιγμένος

επίθετο

1. Που αισθάνεται προσβολή ή πικρία εξαιτίας λόγων, συμπεριφοράς ή περιστάσεων που τον αφορούν.

2. Που θεωρεί ότι έχει θιγεί η αξιοπρέπειά του, η τιμή ή τα προσωπικά του όρια και ανταποκρίνεται με άμυνα ή αποστασιοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά το σχόλιο, ο Γιώργος ένιωσε θιγμένος.
  • Ο τομέας της υγείας ήταν θιγμένος από τις περικοπές.
  • Ο θιγμένος κατέθεσε μήνυση κατά του Δήμου.
  • Ο πίνακας ήταν θιγμένος μετά τη μεταφορά.
  • Παρόλο που ζητήθηκε συγγνώμη, ο δάσκαλος παρέμεινε θιγμένος.