θεϊκός
επίθετο1. Που ανήκει, προέρχεται ή αναφέρεται σε θεό ή σε θεότητες.
2. Που διαθέτει ή υποδηλώνει ιδιότητες αποδιδόμενες σε θεότητα, όπως υπερφυσική δύναμη, αγιότητα ή αιωνιότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι πιστοί θεώρησαν το μαντείο θεϊκό.
- Η θεϊκή γεύση του φαγητού έκανε όλους να ζητήσουν τη συνταγή.
- Οι θεϊκοί μύθοι της αρχαίας μυθολογίας ενέπνευσαν πολλούς καλλιτέχνες.
- Το ηλιοβασίλεμα από την κορυφή του βουνού ήταν θεϊκό.
- Τι θεϊκό θέαμα!