θεσμός

ουσιαστικό

1. Οργανωμένη και διαρκής κοινωνική δομή ή πρακτική που ρυθμίζει συμπεριφορές, ρόλους και σχέσεις σε ένα κοινωνικό σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο θεσμός των εκλογών είναι κρίσιμος για τη δημοκρατία.
  • Ο θεσμός της οικογένειας εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην ελληνική κοινωνία.
  • Ο θεσμός του πανηγυριού έγινε πια σημείο αναφοράς για το χωριό.
  • Το φεστιβάλ αυτό έχει γίνει θεσμός για την πόλη.
  • Οι μεταρρυθμίσεις απέβλεπαν στην ενίσχυση των θεσμών και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.