ηδονή
ουσιαστικό1. Αίσθηση ευχαρίστησης, ικανοποίησης ή ευφορίας που προκύπτει από την ικανοποίηση σωματικών, συναισθηματικών ή πνευματικών επιθυμιών.
2. Έντονη σωματική ή αισθητηριακή απόλαυση, συχνά συνδεδεμένη με τις αισθήσεις και τη σεξουαλικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ηδονή της σοκολάτας ήταν ακαταμάχητη.
- Τον κυρίευσε ξαφνικά η ηδονή.
- Η ηδονή που αποκόμισα από τη μουσική ήταν βαθιά και ήρεμη.
- Διαβάζοντας φιλοσοφία, ένιωθε ηδονή στην ανακάλυψη νέων ιδεών.
- Ο ηδονισμός θεωρεί την ηδονή ύψιστο αγαθό.