ηγεμόνας

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που ασκεί ανώτατη εξουσία ή κυβερνά ένα κράτος, μια ηγεμονία ή μια περιοχή, συχνά με κληρονομικό, πολιτικό ή στρατιωτικό τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ηγεμόνας της επαρχίας υπέγραψε τη συνθήκη ειρήνης.
  • Ο παλιός ηγεμόνας φορούσε πανοπλία και κορώνα σε δημόσιες τελετές.
  • Ο ηγεμόνας της αγοράς καθόρισε τις τιμές με τις νέες πρακτικές του.
  • Στο μυθιστόρημα, ο ηγεμόνας αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εξουσία.
  • Μετά την επανάσταση, ο ηγεμόνας εξορίστηκε από το βασίλειο.