ευσπλαχνία
ουσιαστικό1. Αίσθημα τρυφερότητας και ενδιαφέροντος προς άτομο που υποφέρει, το οποίο γεννά την επιθυμία να παράσχεις βοήθεια ή να μετριάσεις τον πόνο και την ταλαιπωρία του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευσπλαχνία της γειτόνισσας παρείχε ανακούφιση στους πρόσφυγες.
- Προσεύχονταν για την ευσπλαχνία του Θεού.
- Ζήτησε ευσπλαχνία από το δικαστήριο λόγω των προσωπικών του προβλημάτων.
- Δείχνει πάντα ευσπλαχνία, ακόμα και προς όσους τον έχουν αδικήσει.
- Στις αποφάσεις τους αγνοούν την ευσπλαχνία, προκαλώντας δυσφορία.