εργάτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που εκτελεί σωματική ή πνευματική εργασία, συνήθως για αμοιβή, σε τομέα παραγωγής, κατασκευών ή παροχής υπηρεσιών.
Συνώνυμα
εργαζόμενος απασχολούμενος εργατοτεχνίτης υπάλληλος τεχνίτης μάστορας δουλευταράς μεροκαματιάρης μισθωτός χειριστής οικοδόμος αγρότης βιοτέχνης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εργάτης στην οικοδομή φορούσε κράνος και γάντια.
- Κάθε εργάτης στο εργοστάσιο είχε σαφείς οδηγίες ασφάλειας.
- Ο πατέρας μου ήταν εργάτης και εργαζόταν πολλές ώρες για να συντηρήσει την οικογένεια.
- Οι αγώνες των εργατών του λιμανιού βελτίωσαν τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας.
- Στην αποικία μυρμηγκιών, κάθε εργάτης έχει συγκεκριμένο ρόλο.