επιτηδευμένος
επίθετο1. Που εμφανίζει τεχνητή ή υπερβολική επιμέλεια στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά ή στη μορφή του λόγου, με σκοπό να εντυπωσιάσει ή να δώσει την εντύπωση ανωτερότητας, αντί φυσικής και αυθόρμητης έκφρασης.
Συνώνυμα
μελετημένος φτιαχτός προσποιητός σκηνοθετημένος προμελετημένος πομπώδης σοβαροφανής υπολογισμένος τεχνητός ψεύτικος υποκριτικός επιδεικτικός σκόπιμος στημένος μετρημένος κατασκευασμένος προκατασκευασμένος συνειδητός δήθεν σωστός αριστοκρατικός φανταχτερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λόγος του ήταν επιτηδευμένος, σαν να τον είχε δοκιμάσει πριν.
- Το επιτηδευμένο χαμόγελό της δεν έκρυψε την αμηχανία.
- Η επιτηδευμένη φινέτσα του καταστήματος φαινόταν υπερβολική.
- Οι δηλώσεις τους ήταν επιτηδευμένες, με στόχο να εκμαιεύσουν συμπάθεια.
- Το σενάριο φάνηκε επιτηδευμένο, γεμάτο τεχνάσματα και τυχαίες ανατροπές.
- Ο τρόπος του ήταν επιτηδευμένος και ψυχρός, όχι αυθόρμητος.