επιρροή
ουσιαστικό1. Ικανότητα ή δύναμη να καθορίζει, να διαμορφώνει ή να αλλάζει τη συμπεριφορά, τις απόψεις, τις αποφάσεις ή τις συνθήκες.
2. Το αποτέλεσμα ή η αλλαγή που προκύπτει από αυτήν τη δύναμη ή δράση σε πρόσωπα, ομάδες, ιδέες ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
επίδραση αντίκτυπος εξουσία δύναμη κύρος βάρος ηγεμονία ισχύς κουμάντο πίεση επιβολή κυριαρχία χειραγώγηση σαγήνη σπρώξιμο παρασυρμός καθοδήγηση ελκυστικότητα εξάρτηση επικράτηση ηγεσία παράγοντας μοχλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μεγάλη επιρροή στη νέα γενιά.
- Ο καθηγητής είχε ισχυρή επιρροή στους φοιτητές του.
- Η επιρροή του κλίματος στις καλλιέργειες γίνεται ολοένα πιο εμφανής.
- Η παραδοσιακή μουσική άσκησε επιρροή στο νεότερο συνθέτη.
- Ο οδηγός ήταν υπό την επιρροή του αλκοόλ όταν συνέβη το ατύχημα.