επικύρωση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα με το οποίο μια αρμόδια αρχή ή πρόσωπο επιβεβαιώνει και καθιστά επίσημα, νόμιμα ή δεσμευτικά έγγραφα, συμβάσεις, αποφάσεις ή πράξεις, προσδίδοντάς τους νομική ισχύ ή εγκυρότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επικύρωση του διαβατηρίου έγινε στο προξενείο.
  • Ζητήθηκε επικύρωση των στοιχείων από τη βάση δεδομένων πριν από την αποστολή.
  • Η επικύρωση των αποτελεσμάτων της μελέτης επιβεβαίωσε τα αρχικά συμπεράσματα.
  • Το υπουργικό συμβούλιο προχώρησε σε επικύρωση της διεθνούς συμφωνίας.
  • Για νομικούς λόγους απαιτείται επικύρωση της υπογραφής από συμβολαιογράφο.