επικράτηση

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση κατά την οποία μια ιδέα, ομάδα, θέση ή κατάσταση υπερισχύει σε σχέση με άλλες, απολαμβάνοντας μεγαλύτερη αποδοχή, επιρροή ή εξάπλωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επικράτηση του νέου στελέχους του ιού ανησυχεί τους επιστήμονες.
  • Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την επικράτηση του κόμματος στις επόμενες εκλογές.
  • Μετά από σκληρό αγώνα, η ομάδα εξασφάλισε την επικράτηση στον τελικό.
  • Η επικράτηση της τεχνολογίας στις καθημερινές μας συνήθειες είναι εμφανής.
  • Μετά την ανακοίνωση, η επικράτηση της σιωπής ξάφνιασε όλους.