επέλαση
ουσιαστικόΣφοδρή και επιθετική προέλαση ή εισβολή, συνήθως οργανωμένη (π.χ. στρατιωτική) με σκοπό την κατάκτηση ή την πρόκληση καταστροφής· μεταφορικά, ραγδαία και ανεξέλεγκτη εξάπλωση ή επέκταση ενός φαινομένου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επέλαση των στρατευμάτων άλλαξε την πορεία του πολέμου.
- Η επέλαση της κακοκαιρίας προκάλεσε πλημμύρες και διακοπές ρεύματος.
- Η επέλαση του ιού ανάγκασε τα νοσοκομεία να αυξήσουν τις κλίνες.
- Μια ξαφνική επέλαση ακρίδων κατέστρεψε τις καλλιέργειες της περιοχής.
- Η επέλαση της τεχνολογίας έχει αλλάξει τον τρόπο που επικοινωνούμε.
- Η επέλαση των ανατιμήσεων πλήττει τα νοικοκυριά.