εξοχή

ουσιαστικό

1. Μεγάλη περιοχή κυρίως αγροτικού ή φυσικού χαρακτήρα έξω από τα αστικά κέντρα, προοριζόμενη για κατοίκηση, γεωργία ή αναψυχή.

2. Κατάσταση ή χαρακτηριστικό που καθιστά κάτι ιδιαίτερα εμφανές ή υπερέχον σε σχέση με το περιβάλλον του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Την Κυριακή πήγαμε στην εξοχή για πικνίκ.
  • Στον βράχο υπήρχε μια μικρή εξοχή που χρησίμευε ως κάθισμα.
  • Η εξοχή του επιστήμονα στον τομέα του αναγνωρίστηκε διεθνώς.
  • Αυτή η περιοχή είναι κατά εξοχήν γεωργική.
  • Οι εξοχές του τοίχου χρειάζονταν επιδιόρθωση πριν τη βαφή.