εξαγωγή
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή διαδικασία μεταφοράς αγαθών ή υπηρεσιών από μια χώρα σε άλλη για πώληση ή χρήση.
2. Η ενέργεια ή διαδικασία αφαίρεσης ή απομόνωσης ουσίας ή στοιχείου από ένα μίγμα, υλικό ή σώμα, όπως σε χημικές ή βιολογικές εφαρμογές.
Συνώνυμα
αφαίρεση απομάκρυνση απόσπαση εκχύλιση εξόρυξη αποστολή ξερίζωμα απεγκλωβισμός κατέβασμα σούμα μεταφορά διακίνηση εμπόριο συμπέρασμα βγάλσιμο αποκοπή εκροή αποσυμπίεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξαγωγή ελληνικών προϊόντων ενισχύει την οικονομία.
- Η εξαγωγή δεδομένων από τη βάση κράτησε αρκετές ώρες.
- Η εξαγωγή ενός σπασμένου δοντιού έγινε στο ιατρείο.
- Η εξαγωγή του αιθέριου ελαίου από τα φύλλα έγινε με απόσταξη.
- Η εξαγωγή συμπερασμάτων από τα πειραματικά δεδομένα απαιτεί προσοχή.
- Η εξαγωγή της τετραγωνικής ρίζας είναι συνηθισμένη πράξη στα μαθηματικά.