εξάντληση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση έντονης μείωσης της σωματικής ή ψυχικής ενέργειας, όπου τα αποθέματα δύναμης και αντοχής έχουν μειωθεί τόσο ώστε περιορίζεται η ικανότητα για εργασία ή αντίδραση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά το μαραθώνιο ένιωσα πλήρη εξάντληση.
  • Η συνεχής πίεση στη δουλειά τον οδήγησε σε συναισθηματική εξάντληση.
  • Η εξάντληση των υπόγειων υδάτων απειλεί τις καλλιέργειες στην περιοχή.
  • Η εξάντληση των εισιτηρίων για τη συναυλία έγινε μέσα σε λίγες ώρες.
  • Η εξάντληση όλων των ένδικων μέσων ήταν προϋπόθεση για την προσφυγή στο ανώτατο δικαστήριο.