ενεργητικός
επίθετο1. Που έχει ή εκδηλώνει πολλή ενέργεια, ζωντάνια και προθυμία για δράση.
2. Που ενεργεί με πρωτοβουλία και συνέπεια, αναλαμβάνοντας και υλοποιώντας έργα ή εργασίες.
Συνώνυμα
ενεργός δραστήριος αεικίνητος ζωηρός δυναμικός σπιρτόζος πρωτοβουλιακός ενθουσιώδης αναζωογονημένος ορεξάτος ευκίνητος παραγωγικός εργατικός σφριγηλός κινητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Μάρκος είναι πάντα ενεργητικός και τρέχει στο πάρκο κάθε απόγευμα.
- Η Μαρία παραμένει ενεργητική στην εθελοντική ομάδα της γειτονιάς.
- Τα παιδιά ήταν πολύ ενεργητικά στο μάθημα της γυμναστικής.
- Το ρήμα στην πρόταση βρίσκεται στην ενεργητική φωνή.
- Το φάρμακο περιέχει ένα ενεργητικό συστατικό που μειώνει τον πόνο.
- Το σύστημα ασφαλείας είναι ενεργητικό όταν ανιχνεύεται κίνηση.