ενδιαφέρω
ρήμα1. Προκαλώ την προσοχή ή την περιέργεια άλλων για ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή θέμα.
2. Δηλώνω ή εκδηλώνω ενδιαφέρον, επιθυμία ή πρόθεση να ασχοληθώ, να μάθω ή να συμμετάσχω σε κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δε ενδιαφέρομαι για τα κουτσομπολιά.
- Το νέο πρόγραμμα ενδιαφέρει πολλούς υποψηφίους.
- Αν ενδιαφέρεστε, μπορώ να σας στείλω περισσότερες πληροφορίες.
- Τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα η προστασία των δασών.
- Οι γονείς ενδιαφέρονται για την πρόοδο των παιδιών τους.