εμπιστεύομαι

ρήμα

1. Δείχνω ή έχω πεποίθηση στην ειλικρίνεια, την ικανότητα ή την αξιοπιστία κάποιου ή κάποιου πράγματος και αναμένω ότι δεν θα με προδώσει ή θα αποτύχει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον εμπιστεύομαι γιατί πάντα τηρεί τις υποσχέσεις του.
  • Της εμπιστεύομαι τα μυστικά μου όταν χρειάζομαι στήριξη.
  • Τον κήπο εμπιστεύομαι στον γείτονα όσο θα λείπω.
  • Δεν εμπιστεύομαι τις φήμες χωρίς επαλήθευση.
  • Πλέον εμπιστεύομαι τον εαυτό μου να παίρνω σωστές αποφάσεις.