εμπαίζω
άλλο1. Λέω ή κάνω κάτι με σκοπό να γελοιοποιήσω κάποιον ή να δείξω ότι δεν τον παίρνω σοβαρά.
2. Φέρομαι σε κάποιον με περιφρόνηση ή ειρωνεία, προκαλώντας του ντροπή ή ταπείνωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στους φίλους μας συνηθίζουμε να εμπαίζουμε ο ένας τον άλλον με χιούμορ.
- Μην με εμπαίζεις, σε παρακαλώ — αυτό πονάει.
- Τον εμπαίζουν συστηματικά στη δουλειά και αυτό είναι εκφοβισμός.
- Δεν θα εμπαίζω τα συναισθήματά σου απλώς για να περνάω καλά.
- Νομίζει ότι μπορεί να μας εμπαίζει, αλλά τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια.