ελευθέρωση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα του να απαλλάσσεται κάποιος ή κάτι από περιορισμούς, δεσμά, κράτηση ή καταναγκασμό, με σκοπό την απόκτηση ανεξαρτησίας ή αυτονομίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ελευθέρωση της πόλης από τους κατακτητές γιορτάστηκε με παρελάσεις.
- Η ελευθέρωση των αιχμαλώτων έγινε μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις.
- Η ελευθέρωση της ταινίας στις αίθουσες ανακοινώθηκε για τον Ιούλιο.
- Η ελευθέρωση από τους φόβους της την έκανε πιο δημιουργική.
- Η ελευθέρωση ενέργειας κατά τη σύντηξη των πυρήνων είναι πολύ μεγάλη.