ελεημοσύνη
ουσιαστικό1. Πράξη παροχής υλικής ή χρηματικής βοήθειας προς φτωχούς, αναξιοπαθούντες ή γενικά προς όποιον έχει ανάγκη, συνήθως χωρίς αντάλλαγμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκκλησία μάζεψε ελεημοσύνη για τους φτωχούς της περιοχής.
- Ζήτησε την ελεημοσύνη του Θεού με θερμή προσευχή.
- Ο κατηγορούμενος παρακάλεσε το δικαστήριο να του δείξει ελεημοσύνη.
- «Ελεημοσύνη!» αναφώνησαν οι περαστικοί μπροστά στο τρομακτικό ατύχημα.
- Ζήτησε λίγη ελεημοσύνη από τον ιδιοκτήτη για την καθυστερημένη πληρωμή του ενοικίου.
- Στους ύμνους της εκκλησίας συχνά υμνείται η ελεημοσύνη του Θεού.