εκτεθειμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται χωρίς κάλυμμα ή προστασία από εξωτερικές επιδράσεις, όπως καιρικές συνθήκες, μηχανικές φθορές ή βιολογικούς κινδύνους.
Συνώνυμα
ακάλυπτος ξεσκεπασμένος αποκαλυμμένος ανυπεράσπιστος απροστάτευτος έκθετος απογυμνωμένος γυμνός ανοιχτός ευάλωτος αβοήθητος αμήχανος ύπαιθρος απροετοίμαστος ατιμασμένος επισφαλής τρωτός ευπαθής ξεφτιλισμένος διαπομπευμένος άοπλος ανοικτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πεζός έμεινε εκτεθειμένος στη βροχή χωρίς ομπρέλα.
- Με τη διαρροή των εγγράφων, ο πολιτικός έμεινε εκτεθειμένος στα μέσα ενημέρωσης.
- Ο φάκελος με τα προσωπικά δεδομένα ήταν εκτεθειμένος στο γραφείο.
- Ο αγωγός ρεύματος ήταν εκτεθειμένος και αποτελούσε κίνδυνο για τους εργάτες.
- Με την παραδοχή των λαθών, ο διευθυντής ένιωσε εκτεθειμένος απέναντι στο προσωπικό.