εκπλήρωση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να εκπληρώνεται κάτι, όπως μια υποχρέωση, ένας όρος ή μια δέσμευση.
2. Η κατάσταση ή το αίσθημα ικανοποίησης που προκύπτει όταν επιτυγχάνεται ένας στόχος ή ικανοποιείται μια επιθυμία ή ανάγκη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων είναι απαραίτητη για την πρόοδο.
- Η εκπλήρωση του στόχου της ομάδας γιορτάστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό.
- Η εκπλήρωση των όρων της σύμβασης επιτρέπει την εκταμίευση των χρημάτων.
- Ένιωσε εκπλήρωση μετά την ολοκλήρωση του προσωπικού του έργου.
- Η εκπλήρωση των τυπικών διαδικασιών καθυστέρησε την έναρξη του προγράμματος.