εκπαιδευόμενος
ουσιαστικόΆτομο που λαμβάνει εκπαίδευση, διδασκαλία ή κατάρτιση σε συγκεκριμένο τομέα ή δεξιότητες, συνήθως με σκοπό την απόκτηση γνώσεων, εμπειρίας ή πιστοποίησης.
Συνώνυμα
μαθητής μαθητευόμενος ασκούμενος επιμορφούμενος δόκιμος σπουδαστής πρακτικάριος υποψήφιος ακροατής νεοσύλλεκτος πρωτοετής μαθήτρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εκπαιδευόμενος παρακολούθησε το σεμινάριο για τη νέα πλατφόρμα.
- Κατά τη διάρκεια της άσκησης, ο εκπαιδευόμενος έκανε λάθη που οδήγησαν σε επιπλέον επανεξέταση.
- Ο εκπαιδευόμενος στο νοσοκομείο έμαθε να παίρνει σωστά δείγματα αίματος.
- Το πρόγραμμα προβλέπει ότι κάθε εκπαιδευόμενος θα περάσει ένα μήνα πρακτικής άσκησης.
- Ο εκπαιδευόμενος χειρίστηκε τη μηχανή σύμφωνα με τις οδηγίες ασφαλείας.