εκπαιδευτικός
άλλο1. Πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με τη διδασκαλία και τη μαθησιακή καθοδήγηση, οργανώνει και διεξάγει εκπαιδευτικές δραστηριότητες και αξιολογεί την πρόοδο των μαθητών σε σχολεία ή άλλους εκπαιδευτικούς φορείς.
Συνώνυμα
δάσκαλος διδάσκαλος δασκάλα καθηγητής παιδαγωγός εκπαιδευτής παιδαγωγικός καθοδηγητής σχολικός καθηγήτρια εκπαιδεύτρια ενημερωτικό επιμορφωτής διδάσκων μέντορας προπονητής διδακτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εκπαιδευτικός εξήγησε το πείραμα στα παιδιά με υπομονή.
- Η εκπαιδευτικός της τρίτης τάξης οργάνωσε επιπλέον ώρες μελέτης.
- Οι εκπαιδευτικοί του σχολείου ζητούν βελτίωση των υποδομών.
- Η γνώμη του εκπαιδευτικού λήφθηκε υπόψη στη συνεδρίαση.
- Ο χαρακτήρας του σεμιναρίου είναι εκπαιδευτικός, όχι ψυχαγωγικός.