διαφημιστικός
επίθετο1. Που αφορά τη διαφήμιση ή χρησιμεύει για την προβολή προϊόντων, υπηρεσιών, ιδεών ή οργανισμών.
2. Που έχει σκοπό να προσελκύσει την προσοχή και να πείσει το κοινό προς αγορά, συμμετοχή ή αποδοχή ενός μηνύματος.
Συνώνυμα
διαφημικός προωθητικός εμπορικός προπαγανδιστικός προβολικός πιασάρικος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαφημιστική καμπάνια έφερε αύξηση στις πωλήσεις.
- Το διαφημιστικό σποτ προβλήθηκε πριν την ταινία.
- Ο διαφημιστικός σύμβουλος πρότεινε αλλαγές στο μήνυμα.
- Οι διαφημιστικοί πίνακες τοποθετήθηκαν σε κεντρικά σημεία της πόλης.
- Τα διαφημιστικά φυλλάδια μοιράστηκαν έξω από το θέατρο.