σχολικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με το σχολείο ως εκπαιδευτικό ίδρυμα ή με τις δομές και τις δραστηριότητές του.
2. Που αφορά τους μαθητές, τη σχολική ζωή και τις καθημερινές εκπαιδευτικές διαδικασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σχολικός σύμβουλος καθοδηγεί τους μαθητές για την επιλογή σπουδών.
- Ο σχολικός περίπατος θα γίνει αύριο στο πάρκο.
- Ο σχολικός εκφοβισμός πλήττει πολλούς μαθητές και πρέπει να σταματήσει.
- Ο σχολικός τραυματισμός αντιμετωπίστηκε αμέσως από το προσωπικό.
- Ο σχολικός οδηγός στάθμευσε μπροστά στο σχολείο.