εκπαίδευση
ουσιαστικό1. Διαδικασία με την οποία μεταβιβάζονται, αποκτώνται και διαμορφώνονται γνώσεις, δεξιότητες, αξίες και στάσεις μέσω διδασκαλίας, μάθησης και εμπειρίας.
Συνώνυμα
παιδεία αγωγή μόρφωση κατάρτιση διδασκαλία εκμάθηση παιδαγωγία επιμόρφωση σπουδές άσκηση παράδοση γνώση μάθηση εξάσκηση σεμινάριο μαθητεία προπόνηση κατήχηση προετοιμασία ακαδημία απόκτηση καθοδήγηση προσανατολισμός υπόβαθρο καλλιέργεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκπαίδευση διαρκεί χρόνια και διαμορφώνει την προσωπικότητα.
- Παρακολούθησα την εκπαίδευση για τη χρήση του νέου λογισμικού.
- Η σωστή εκπαίδευση των ζώων απαιτεί υπομονή και συνέπεια.
- Η επαγγελματική εκπαίδευση βελτίωσε τις δεξιότητές μου στην εργασία.
- Η εκπαίδευση των πολιτών σε θέματα πολιτικής προστασίας είναι κρίσιμη.