εκπαίδευση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία με την οποία μεταβιβάζονται, αποκτώνται και διαμορφώνονται γνώσεις, δεξιότητες, αξίες και στάσεις μέσω διδασκαλίας, μάθησης και εμπειρίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αμάθεια αμαθία απαιδεία άγνοια απαιδευσία αναλφαβητισμός αμορφωσιά αγνωσία

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκπαίδευση διαρκεί χρόνια και διαμορφώνει την προσωπικότητα.
  • Παρακολούθησα την εκπαίδευση για τη χρήση του νέου λογισμικού.
  • Η σωστή εκπαίδευση των ζώων απαιτεί υπομονή και συνέπεια.
  • Η επαγγελματική εκπαίδευση βελτίωσε τις δεξιότητές μου στην εργασία.
  • Η εκπαίδευση των πολιτών σε θέματα πολιτικής προστασίας είναι κρίσιμη.