εικόνα
ουσιαστικό1. Οπτική αναπαράσταση προσώπου, αντικειμένου ή σκηνής, δημιουργημένη με ζωγραφική, φωτογραφία, σχέδιο ή άλλο υλικό μέσο.
2. Νοητική ή φανταστική αναπαράσταση που σχηματίζει κάποιος στο νου του για πρόσωπα, καταστάσεις ή ιδέες.
Συνώνυμα
απεικόνιση αναπαράσταση εντύπωση εμφάνιση όψη εικονίδιο φωτογραφία φωτό πίνακας ζωγραφιά σχέδιο πορτρέτο προσωπογραφία εικονογράφηση γραφικό παράσταση μορφή θέα σκηνικό φιγούρα σκίτσο φάτσα είδωλο κατάσταση πρόσωπο ανάμνηση στυλ μεταφορά φόρμα σύμβολο θέαμα άγαλμα όραμα ιδέα αντίληψη αποτύπωση διάγραμμα μοτίβο οπτική σχήμα τοπίο υπόδειγμα γράφημα προφίλ φατσούλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άνοιξα την εικόνα στο τηλέφωνο για να δω τις λεπτομέρειες.
- Η εικόνα του παιδιού να τρέχει στο λιβάδι δεν έφευγε από το μυαλό της.
- Η εικόνα της εταιρείας βελτιώθηκε μετά την επιτυχημένη εκστρατεία.
- Η εικόνα στην εκκλησία ήταν παλαιά και καλά διατηρημένη.
- Η εικόνα που παρουσιάζουν τα στοιχεία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.