εδραιώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι σταθερό ή στερεό, ώστε να μη μεταβάλλεται εύκολα ή να μη χάνεται.
2. Κάνω μια θέση, κατάσταση ή θεσμό μόνιμο και αποδεκτό μέσα σε ένα σύστημα ή στην κοινωνία.
Συνώνυμα
εμπεδώνω καθιερώνω εγκαθιδρύω θεμελιώνω επιβεβαιώνω σταθεροποιώ ενισχύω στερεώνω επιβάλλω θεσμοθετώ κλειδώνω σφραγίζω στήνω στερεοποιώ νομιμοποιώ εγκαθιστώ αποτυπώνω στηρίζω
Αντώνυμα
αποδυναμώνω υπονομεύω υποσκάπτω διαλύω ακυρώνω ανατρέπω καταργώ αποδομώ αποσταθεροποιώ διασαλεύω αμφισβητώ σβήνω εξαφανίζω εξουδετερώνω καταστρέφω ψαλιδίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ εδραιώνω τη θέση μου στην εταιρεία μέσα από συνεχή δουλειά και υπευθυνότητα.
- Με σταθερές πρακτικές και σαφείς κανόνες εδραιώνω την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους συνεργάτες.
- Στο εργοτάξιο εδραιώνω το θεμέλιο πριν προχωρήσουμε στην ανέγερση του κτιρίου.
- Μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα εδραιώνω τη γνώση και τις δεξιότητες των νέων υπαλλήλων.
- Μέσω διαπραγματεύσεων και σεβασμού των κανόνων εδραιώνω τα δικαιώματα των πολιτών.