εγκλωβισμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται παγιδευμένος σε χώρο ή θέση και αδυνατεί να εξέλθει λόγω εμπόδιων, αποκλεισμού ή εξωτερικών περιορισμών.
2. Που αδυνατεί να απελευθερωθεί από κατάσταση, σχέση ή περίσταση και νιώθει περιορισμένος ή δεσμευμένος με μεταφορικό τρόπο.
Συνώνυμα
παγιδευμένος δέσμιος όμηρος φυλακισμένος αποκλεισμένος κλεισμένος στριμωγμένος περιχαρακωμένος δεμένος δεσμευμένος αιχμάλωτος μπλεγμένος έγκλειστος κολλημένος μπλοκαρισμένος ακινητοποιημένος περιορισμένος μαγκωμένος πιασμένος απομονωμένος κλειδωμένος
Αντώνυμα
ελεύθερος απελευθερωμένος απεγκλωβισμένος απαλλαγμένος αποδεσμευμένος ξεμπλοκαρισμένος ξεκλειδωμένος λυτρωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγκλωβισμένος εργάτης ανασύρθηκε μετά από πολύωρη επιχείρηση.
- Ήμουν εγκλωβισμένη στο ασανσέρ επί μισή ώρα.
- Νιώθει εγκλωβισμένος μέσα σε μια σχέση που δεν τον εκφράζει.
- Οι εγκλωβισμένοι επιβάτες περίμεναν υπομονετικά βοήθεια.
- Τα αυτοκίνητα έμειναν εγκλωβισμένα λόγω της πλημμύρας.