εγείρομαι

ρήμα

1. Μετακινώ το σώμα από οριζόντια ή καθιστή θέση σε όρθια θέση, δηλαδή σηκώνομαι και παίρνω όρθια στάση.

2. Ανακτώ επαγρύπνηση ή ενεργητικότητα μετά από ύπνο, νάρκωση ή αδράνεια, αρχίζω να δραστηριοποιούμαι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί εγείρομαι νωρίς για να τρέξω.
  • Μπροστά στην αδικία εγείρομαι και δεν μένω αμέτοχος.
  • Ως πολίτης εγείρομαι ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης.
  • Σε τέτοιες σκηνές εγείρομαι σεξουαλικά.
  • Όταν προκύπτει πρόβλημα, εγείρομαι για να το αντιμετωπίσω.