εγγραφή
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της καταχώρισης ατόμου ή στοιχείων σε λίστα, μητρώο, υπηρεσία ή οργανισμό, με σκοπό την αναγνώριση, συμμετοχή ή προσπέλαση υπηρεσιών.
Συνώνυμα
καταχώριση καταχώρηση ηχογράφηση μαγνητοφώνηση βιντεοσκόπηση μαγνητοσκόπηση ρεκόρ καταγραφή ένταξη συνδρομή αναγραφή αποθήκευση αποτύπωση εισαγωγή υποβολή συμμετοχή σημείωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εγγραφή στο σεμινάριο λήγει την επόμενη Δευτέρα.
- Η εγγραφή του στο μητρώο ολοκληρώθηκε χθες.
- Η εγγραφή της συνέντευξης έγινε με ψηφιακό καταγραφέα.
- Η εγγραφή στην πλατφόρμα είναι δωρεάν και απαιτεί email.
- Η εγγραφή στο βιβλίο πρωτοκόλλου φέρει ημερομηνία και υπογραφή.
- Οι εγγραφές για τον αγώνα ξεπέρασαν τις πεντακόσιες.