δοκιμάζω
ρήμα1. Εκτελώ μια ενέργεια με σκοπό να διαπιστώσω αν κάτι είναι εφικτό, αποδεκτό ή αποτελεσματικό.
2. Υποβάλλω σε έλεγχο ή πείραμα ένα αντικείμενο, σύστημα ή ιδέα για να αξιολογήσω τη λειτουργία, την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν δοκιμάζω ένα νέο πιάτο, πρώτα το μυρίζω και μετά παίρνω μια μπουκιά.
- Πριν αποφασίσω να το αγοράσω, δοκιμάζω το αυτοκίνητο για να βεβαιωθώ ότι λειτουργεί σωστά.
- Στο κατάστημα, δοκιμάζω πάντα τα ρούχα για να δω αν μου ταιριάζουν.
- Κάθε φορά που αντιμετωπίζω ένα δύσκολο πρόβλημα, δοκιμάζω διαφορετικές μεθόδους για να το λύσω.
- Στη ζωή, πολλές φορές δοκιμάζω δύσκολες καταστάσεις που με δυναμώνουν.
- Στο εργαστήριο, δοκιμάζω ένα νέο φάρμακο στο πλαίσιο της έρευνας.