διώξιμο
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του διώχνω: η απομάκρυνση ή εξώθηση προσώπου ή αντικειμένου από έναν χώρο, θέση ή κατάσταση.
2. Η λύση σχέσης εργασίας ή η αφαίρεση κάποιου από θέση ευθύνης ή υπηρεσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το διώξιμο του εργαζόμενου ήταν αιφνιδιαστικό και άδικο.
- Η κοινότητα οργάνωσε τελετή για το διώξιμο του κακού πνεύματος.
- Οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν για το διώξιμο από τα σπίτια τους.
- Το διώξιμο των αδέσποτων ζώων έγινε με συνεργασία του δήμου και εθελοντών.
- Μετά το σκάνδαλο, το διώξιμο του αρχηγού της ομάδας ήταν αναπόφευκτο.