διορθώνω
ρήμα1. Εντοπίζω και αποκαθιστώ λάθη, παραλείψεις ή ανακρίβειες σε κείμενα, υπολογισμούς, δηλώσεις ή πράξεις, ώστε να γίνουν ακριβή ή σύμφωνες με το πρότυπο.
Συνώνυμα
επιδιορθώνω αποκαθιστώ επανορθώνω αναθεωρώ τροποποιώ ορθώνω διορθόω ξανακάνω επιλύω επισκευάζω φτιάχνω επεξεργάζομαι επιμελούμαι βελτιώνω ρυθμίζω διευθετώ συντηρώ εξαλείφω σβήνω αντικαθιστώ καθαρογράφω γιατρεύω ισιώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ διορθώνω τα λάθη στο κείμενο πριν το στείλω.
- Κάθε πρωί διορθώνω το ρολόι μου για να δείχνει τη σωστή ώρα.
- Στο εργαστήριο διορθώνω τις ρυθμίσεις του μηχανήματος.
- Όταν χαλάει το πλυντήριο, εγώ διορθώνω το πρόβλημα ή καλώ τον τεχνικό.
- Προσπαθώ να διορθώνω τη συμπεριφορά μου όταν θυμώνω.
- Στη σχολική τάξη διορθώνω τις ασκήσεις των μαθητών με προσοχή.