διευκόλυνση
ουσιαστικό1. Παροχή μέσου, υπηρεσίας ή συνθήκης που μειώνει την προσπάθεια, την πολυπλοκότητα ή τα εμπόδια για την εκτέλεση μιας δραστηριότητας, καθιστώντας την πιο εύκολη ή γρήγορη.
Συνώνυμα
υποβοήθηση ευκολία εγκατάσταση πίστωση εξυπηρέτηση βοήθεια απλοποίηση ελάφρυνση υπηρεσία δάνειο ευχέρεια αρωγή παροχή βόλεμα συμπαράσταση διευθέτηση συνδρομή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διευκόλυνση των διαδικασιών έφερε θετικά αποτελέσματα.
- Το πανεπιστήμιο παρέχει διευκόλυνση στους φοιτητές με ειδικές ανάγκες.
- Η εταιρεία προσέφερε διευκόλυνση για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των εργαζομένων.
- Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ειδική διευκόλυνση στην αποπληρωμή των δανείων.
- Η νέα συμφωνία στοχεύει στη διευκόλυνση του εμπορίου μεταξύ των χωρών.