διατηρούμαι
ρήμα1. Να διατηρούμαι σε ορισμένη κατάσταση ή μορφή μέσω κατάλληλων ενεργειών, φροντίδας ή συνθηκών, χωρίς σημαντική μεταβολή.
2. Να εξακολουθώ να έχω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ιδιότητες ή θέση με την πάροδο του χρόνου.
Συνώνυμα
συντηρούμαι διαφυλάσσομαι τηρούμαι παραμένω κρατούμαι σώζομαι ισχύω διαρκώ διασώζομαι συνεχίζομαι προφυλάσσομαι επιβιώνω απομένω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ διατηρούμαι σε καλή φυσική κατάσταση χάρη στην καθημερινή άσκηση.
- Εγώ διατηρούμαι στο μητρώο του συλλόγου ως ενεργό μέλος.
- Ως ιστοτικό μνημείο, διατηρούμαι με προσοχή από την τοπική κοινότητα.
- Σε επαγγελματικό επίπεδο, διατηρούμαι σε απόσταση όταν χρειάζεται αντικειμενικότητα.
- Μέσα στο άγχος, διατηρούμαι σε ψυχραιμία και προσπαθώ να σκέφτομαι λογικά.