διαβίβαση

ουσιαστικό

1. Η διαδικασία κατά την οποία πληροφορίες, μηνύματα ή σήματα προωθούνται από ένα πρόσωπο, φορέα ή σύστημα προς άλλο με σκοπό την ενημέρωση, την εκτέλεση εργασιών ή τη συνέχιση διαδικασιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαβίβαση της έκθεσης στο υπουργείο ολοκληρώθηκε χθες.
  • Ζήτησε τη διαβίβαση των ιατρικών αρχείων σε ασφαλή ηλεκτρονική μορφή.
  • Η διαβίβαση μηνυμάτων μέσω δορυφόρου διασφαλίζει κάλυψη σε απομακρυσμένες περιοχές.
  • Για λόγους απορρήτου, απαγορεύεται η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων χωρίς συγκατάθεση.
  • Η διαβίβαση της υπόθεσης στην αρμόδια αρχή έγινε αμέσως μετά την έρευνα.