διάδοση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο πληροφορίες, ιδέες, γνώσεις, φήμες ή υλικό γίνονται γνωστά σε ευρύτερο κοινό μέσω επικοινωνίας, μέσων ή κοινωνικών δικτύων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάδοση της φήμης στο χωριό ήταν ακαριαία.
- Η διάδοση των επιστημονικών γνώσεων ενισχύει την καινοτομία.
- Η διάδοση του ιού επιταχύνθηκε λόγω των μεγάλων συγκεντρώσεων.
- Η διάδοση των ραδιοκυμάτων επηρεάζεται από τα καιρικά φαινόμενα.
- Η διάδοση της θερμότητας μέσα στο μέταλλο γίνεται με αγωγή.