δημιουργικότητα
ουσιαστικόΙκανότητα ή τάση παραγωγής νέων και πρωτότυπων ιδεών, λύσεων, έργων ή μορφών έκφρασης, μέσω φαντασίας και πρωτότυπου συνδυασμού γνώσεων, εμπειριών και τεχνικών.
Συνώνυμα
εφευρετικότητα ευρηματικότητα φαντασία πρωτοτυπία καινοτομία επινοητικότητα έμπνευση δημιουργία καλλιτεχνικότητα πρωτοπορία οραματισμός διάνοια
Αντώνυμα
μονοτονία προβλεψιμότητα ρουτίνα τυποποίηση ομοιομορφία συντηρητισμός αντιγραφή στερεοτυπία τυπολατρία λογοκλοπή ανακύκλωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η δημιουργικότητα του ζωγράφου φάνηκε στον νέο πίνακα.
- Η ομάδα χρειάζεται περισσότερη δημιουργικότητα για να σχεδιάσει την καμπάνια.
- Η δημιουργικότητα στην επίλυση προβλημάτων βοήθησε την εταιρεία να καινοτομήσει.
- Η έλλειψη δημιουργικότητας κόστισε στην παράσταση.
- Η δημιουργικότητα των παιδιών φαίνεται στο παιχνίδι τους.
- Τα εργαστήρια ενθαρρύνουν τη δημιουργικότητα μέσω πειραματισμού.