δεσμώτης
ουσιαστικόΆτομο που στερείται της ελευθερίας του και κρατείται από άλλους, συνήθως σε χώρο περιορισμού ή υπό επιτήρηση, συχνά ως ποινή ή ως αποτέλεσμα σύγκρουσης.
Συνώνυμα
κρατούμενος φυλακισμένος δέσμιος αιχμάλωτος όμηρος κατάδικος έγκλειστος καταδικασμένος σκλάβος υποδουλωμένος προφυλακισμένος εξόριστος δούλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δεσμώτης κρατείται στην παλιά φυλακή.
- Οι δεσμώτες πολέμου απελευθερώθηκαν μετά από διαπραγματεύσεις.
- Ένιωσε πως ήταν δεσμώτης των αναμνήσεών του.
- Στην τραγωδία ο βασιλιάς εμφανίζεται ως δεσμώτης του πεπρωμένου.
- Ήταν δεσμώτης του χρέους και δεν μπορούσε να ταξιδέψει.