δεσμευμένος
επίθετο1. Που έχει αναλάβει δέσμευση απέναντι σε πρόσωπο, ομάδα ή σκοπό και ενεργεί σύμφωνα με τη σχετική υπόσχεση ή συμφωνία.
Συνώνυμα
υποχρεωμένος αφοσιωμένος απασχολημένος πιασμένος παγωμένος αφιερωμένος δεμένος συνδεδεμένος συμβεβλημένος κατεσχεμένος εμπλεκόμενος εγκλωβισμένος περιορισμένος παντρεμένος αποφασισμένος κατειλημμένος πιστός δέσμιος εξαρτημένος συνυφασμένος φυλακισμένος δεδομένος απασχολούμενος καθορισμένος δεσμευτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι δεσμευμένος σε σοβαρή σχέση και δεν ψάχνει για άλλες γνωριμίες.
- Η εταιρεία είναι δεσμευμένη να παραδώσει το έργο μέσα σε έξι μήνες.
- Τα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό ήταν δεσμευμένα μέχρι να λυθεί η διαφορά.
- Οι πόροι του προϋπολογισμού είναι δεσμευμένοι για βασικές ανάγκες του έργου.
- Το ακίνητο θεωρείται δεσμευμένο λόγω της υποθήκης που το βαρύνει.