δεκτός
επίθετο1. Που γίνεται δεκτός από άλλους ή από την κοινωνία ως κατάλληλος για είσοδο, συμμετοχή ή αποδοχή.
2. Που επιτρέπεται ή θεωρείται συμβατός με κανόνες, όρους, πρότυπα ή απαιτήσεις.
3. Που παρουσιάζει προθυμία ή ανοχή να δεχτεί πρόταση, αλλαγή ή άποψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υποψήφιος έγινε δεκτός στο πανεπιστήμιο.
- Η πρόταση έγινε δεκτή από την επιτροπή.
- Το αποτέλεσμα θεωρείται δεκτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
- Οι αλλαγές έγιναν δεκτές από τους χρήστες.
- Η ένσταση δεν ήταν δεκτή στο δικαστήριο.