δίκαιος

επίθετο

1. Που κρίνει ή συμπεριφέρεται με αμεροληψία και ισότητα, δίνοντας στον καθένα ό,τι του αναλογεί.

2. Που κατανέμει αγαθά, πόρους ή ευθύνες με αναλογία, χωρίς προτίμηση ή μεροληψία.

Συνώνυμα

αμερόληπτος αδέκαστος αντικειμενικός έντιμος ισότιμος δικαιότατος ισονομικός ισαπονεμητικός σωστός ενάρετος θεμιτός εύλογος αναλογικός επιεικής ορθός ουδέτερος ηθικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δικαστής ήταν δίκαιος στην απόφασή του.
  • Η δασκάλα έκανε μια δίκαιη κατανομή των εργασιών.
  • Θα ήθελα έναν δίκαιο μισθό για την εργασία μου.
  • Οι γονείς φέρθηκαν δίκαιοι απέναντι στα παιδιά τους.
  • Η πολιτική επιδίωξε ένα δίκαιο αποτέλεσμα για όλους.