γλυτώνω
ρήμα1. Καταφέρνω ή συμβαίνει να μην υποστώ ζημία, βλάβη ή τιμωρία που προηγουμένως απειλούσε, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί η αναμενόμενη αρνητική συνέπεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πιάνομαι πιάνω συλλαμβάνω συλλαμβάνομαι παγιδεύομαι παγιδεύω τιμωρούμαι τιμωρώ εκτίω πληρώνω τραυματίζομαι πεθαίνω υφίσταμαι υποκύπτω σκοτώνω χτυπώ
Παραδείγματα χρήσης
- Με τα ατομικά μέσα προστασίας γλυτώνω σοβαρούς τραυματισμούς στη δουλειά.
- Αν παραδεχτεί το λάθος, ίσως γλυτώσει την αυστηρή ποινή.
- Με το ποδήλατο γλυτώνω αρκετό χρόνο από την κίνηση.
- Προσπάθησε να γλυτώσει την υποχρέωση λέγοντας ότι είναι άρρωστος.
- Το ψέμα δεν θα τον γλυτώσει από τις συνέπειες.